1. Γιατί επιλέξατε η ηρωίδα σας να είναι μια
πριγκίπισσα από τη Δανία & πώς η αλλαγή των συμπεριφορών αντικατοπτρίζει
τις δυσκολίες των παιδιών σήμερα;
Η αλήθεια είναι πως η επιλογή
δεν έγινε τυχαία… Για περίπου 15 χρόνια ταξίδευα σε Ευρώπη και Αμερική, και
μέσα από αυτά τα ταξίδια έχω κρατήσει εικόνες, συναισθήματα και μικρές
“στιγμές” που με έχουν σημαδέψει. Πολλές φορές, ακόμη και τα ονόματα των ηρώων
και των ηρωίδων μου γεννιούνται μέσα από αυτές τις εμπειρίες.
Η Δανία, συγκεκριμένα, για μένα
είχε πάντα κάτι πολύ παραμυθένιο… μια ηρεμία, μια ατμόσφαιρα που σε κάνει να
νιώθεις ότι μπορεί να ξεκινήσει μια ιστορία από το πουθενά. Και κάπως έτσι
γεννήθηκε και η Σελαϊνή. Το όνομά της το εμπνεύστηκα από το Βόρειο Σέλας, που
έχει μια ασυναγώνιστη μαγεία.
Αυτό που με ενδιέφερε, όμως,
περισσότερο ήταν η εσωτερική της διαδρομή. Η αλλαγή στη συμπεριφορά της δεν
είναι τυχαία — αντικατοπτρίζει κάτι που βλέπουμε πολύ συχνά στα παιδιά σήμερα.
Παιδιά που δυσκολεύονται να εκφράσουν αυτό που νιώθουν και έτσι το δείχνουν
μέσα από τη συμπεριφορά τους.
Μπορεί να κλείνονται στον εαυτό
τους, να αντιδρούν, να αλλάζουν… όχι γιατί θέλουν, αλλά γιατί δεν έχουν βρει
ακόμη τον τρόπο να πουν αυτό που έχουν μέσα τους.
Και μέσα από τη Σελαϊνή, προσπάθησα να δείξω ακριβώς αυτό: ότι πίσω από κάθε
συμπεριφορά, υπάρχει ένα συναίσθημα που περιμένει να ακουστεί.
2. Στο σπιτάκι της μάγισσας τα αντικείμενα
παίρνουν φωνή. Τι συμβολίζει αυτή η “ζωντάνια” & πώς βοηθά τη Σελαϊνή να
βρει τη δική της;
Τα αντικείμενα που αποκτούν
φωνή αντιπροσωπεύουν τα συναισθήματα που δεν έχει καταφέρει ακόμη να εκφράσει.
Η “ζωντάνια” συμβολίζει τη φωνή
των συναισθημάτων: του φόβου, της λύπης, του θυμού, αλλά και της χαράς. Πολλές
φορές τα παιδιά δεν μπορούν να πουν “φοβάμαι” ή “στεναχωριέμαι”. Αντί γι’ αυτό,
αποσύρονται ή αντιδρούν έντονα. Μέσα από τα αντικείμενα, η Σελαϊνή ακούει αυτά
που δεν μπορούσε να πει.
Σταδιακά, αυτό τη βοηθά να
αναγνωρίσει τον εαυτό της και να αρχίσει να εκφράζεται. Είναι μια διαδικασία
αυτογνωσίας — να ακούσεις πρώτα μέσα σου, για να μπορέσεις μετά να μιλήσεις.
3. Ο υπότιτλος του βιβλίου αναφέρει “τα συναισθήματα
που βρήκαν φωνή”. Πόσο σημαντικό είναι για ένα παιδί να μάθει να αναγνωρίζει
& να εκφράζει αυτά που νιώθει;
Είναι θεμελιώδες. Ένα παιδί που
δεν μπορεί να αναγνωρίσει τα συναισθήματά του, δυσκολεύεται και να τα
διαχειριστεί. Όταν ένα παιδί μάθει να λέει “είμαι θυμωμένος”, “φοβάμαι”, “νιώθω
μόνος”, τότε κάνει το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα προς την ισορροπία.
Η έκφραση των συναισθημάτων δεν
είναι αδυναμία — είναι δύναμη. Και αυτό είναι κάτι που θέλω να περάσω μέσα από
το παραμύθι. Ότι όλα τα συναισθήματα είναι αποδεκτά, αρκεί να βρίσκουν έναν
τρόπο να εκφραστούν.
4. Πώς μπορεί ένα παραμύθι να διδάξει σε ένα παιδί την
αξία της ενσυναίσθησης & της διαφορετικότητας;
Το παραμύθι είναι ίσως το πιο
ισχυρό εργαλείο για να μιλήσουμε στα παιδιά. Δεν διδάσκει με “κανόνες”, αλλά
μέσα από εικόνες, χαρακτήρες και ιστορίες. Ένα παιδί πολλές φορές ταυτίζεται με
τον ήρωα, μπαίνει στη θέση του και αρχίζει να κατανοεί τον κόσμο μέσα από τα
δικά του μάτια.
Μέσα από τη Σελαϊνή, τα παιδιά
βλέπουν ότι κάποιος μπορεί να συμπεριφέρεται διαφορετικά επειδή νιώθει
διαφορετικά. Έτσι καλλιεργείται η ενσυναίσθηση — μαθαίνουν να μην κρίνουν
εύκολα, αλλά να προσπαθούν να καταλάβουν.
Δεν υπάρχει “σωστό” και “λάθος”
συναίσθημα — υπάρχει μόνο η ανάγκη να ακουστεί.
Γι’ αυτό κι εγώ, μέσα από τις δράσεις
που κάνω, προσπαθώ να δώσω στα παιδιά έναν χώρο όπου μπορούν να εκφραστούν
ελεύθερα και να μιλήσουν για όσα νιώθουν.
Μέσα από το παιχνίδι με τα
συναισθήματα, στο συγκεκριμένο χρησιμοποιούμε ένα ζάρι… και ανάλογα με το πού
θα πέσει, κάθε παιδάκι μιλάει για το συναίσθημα που του “έτυχε”.
Και πολλές φορές, όταν
τελειώνει αυτό το παιχνίδι, βλέπω ότι δεν θέλουν να σταματήσουν… θέλουν να
συνεχίσουν να μιλάνε, να μοιραστούν κι άλλα — είτε κάτι που τα στενοχώρησε είτε
κάτι που τους έδωσε χαρά.
Και εκεί καταλαβαίνω πως αυτό
που είχαν πραγματικά ανάγκη δεν ήταν μόνο το παιχνίδι, αλλά να νιώσουν ότι
κάποιος τα ακούει.
Και αυτό είναι που με γεμίζει περισσότερο απ’ όλα.
5. Το βιβλίο εικονογραφήθηκε από τη Δήμητρα Πέππα.
Πόσο σημαντική ήταν η συμβολή της εικόνας για την απόδοση του κόσμου της
Σελαϊνής;
Η εικονογράφηση έπαιξε
καθοριστικό ρόλο. Σε ένα παιδικό βιβλίο, η εικόνα δεν είναι απλώς
συμπληρωματική — είναι μέρος της αφήγησης. Η Δήμητρα Πέππα κατάφερε να αποδώσει
συναισθήματα μέσα από χρώματα, εκφράσεις και λεπτομέρειες που πολλές φορές τα
λόγια δεν μπορούν να πουν.
Παράλληλα, η επιμέλεια της
Άννας Μπλαβάκη ήταν εξίσου σημαντική. Χωρίς εκείνη, το κείμενο δεν θα είχε τη
μορφή που έχει σήμερα. Με βοήθησε να οργανώσω τη σκέψη μου, να δώσω καθαρότητα
στο μήνυμα και να φτάσει το παραμύθι στον αναγνώστη με τον πιο ουσιαστικό
τρόπο. Είναι ένας άνθρωπος που πίστεψε στο έργο και συνέβαλε καθοριστικά στο
τελικό αποτέλεσμα.
6. Αναφέρετε συχνά τη σημασία των “μικρών” σε
έναν κόσμο που η αγάπη έχει τον πρώτο λόγο. Τι σημαίνει αυτό για εσάς και πώς
συνδέεται με τη σύγχρονη επικοινωνία γονέα & παιδιού;
Οι “μικρές” στιγμές είναι αυτές
που τελικά διαμορφώνουν τη σχέση. Ένα βλέμμα, μια αγκαλιά, λίγα λεπτά
ουσιαστικής παρουσίας. Σήμερα, μέσα στην καθημερινότητα, πολλές φορές χάνεται η
ουσία της επικοινωνίας.
Το παραμύθι θέλει να θυμίσει
ότι η αγάπη δεν χρειάζεται μεγάλες πράξεις — χρειάζεται παρουσία και αποδοχή.
Όταν ένα παιδί νιώθει ότι το ακούν πραγματικά, τότε ανοίγεται. Εκεί ξεκινά η
ουσιαστική επικοινωνία.
7. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Η συγγραφή για μένα είναι μια
συνεχής διαδρομή. Μετά τη «Σελαϊνή», αυτή η διαδρομή συνεχίστηκε με άλλα δύο
παραμύθια, που για μένα είναι εξίσου σημαντικά, γιατί το καθένα κουβαλάει ένα
διαφορετικό μήνυμα.
Το πρώτο είναι «Η Πεντάμορφη
που έγινε Τέρας». Εκεί ήθελα να δείξω κάτι πολύ ουσιαστικό… ότι οι πράξεις
μας έχουν συνέπειες. Η ηρωίδα, μέσα από τη συμπεριφορά της, μεταμορφώνεται και
επιλέγω συνειδητά να την αφήσω μέχρι το τέλος “τέρας”. Γιατί θεωρώ σημαντικό,
και για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους, να κατανοούμε ότι ο τρόπος που
φερόμαστε έχει αντίκτυπο.
Το επόμενο παραμύθι είναι ο «Άρανολ
– ο δράκος με την παγωμένη ανάσα». Εκεί ήθελα να περάσω το μήνυμα ότι όλοι
είμαστε διαφορετικοί. Και ότι αυτή η διαφορετικότητα δεν είναι αδυναμία — είναι
δύναμη. Ότι ακόμα και κάποιος που νιώθει πως δεν μοιάζει με τους άλλους, μπορεί
τελικά να είναι αυτός που θα βοηθήσει τους πάντες.
Και στο τέλος του παραμυθιού υπάρχει ένα πολύ δυνατό μήνυμα για μένα: ότι ακόμα
και εκεί που δεν το περιμένεις, υπάρχει αγάπη… ότι ακόμα και μια “παγωμένη
ανάσα” μπορεί να κρύβει μια πολύ ζεστή καρδιά. Γιατί όπως λέω μέσα από το
παραμύθι ‘’οι δράκοι πετούν φωτιές μα αγαπάνε τις καρδιές και τα δέντρα είναι
ζωντανά με καρδιές που χτυπούν δυνατά.
Το πιο ξεχωριστό, όμως, σε αυτό
το παραμύθι είναι ότι το έχω μετατρέψει και σε τραγούδι που το αποδίδω και στη
νοηματική, με την πολύτιμη επιμέλεια της Λαμπρινής Παπαπροκοπίου. Είναι κάτι
που για μένα έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί συνδέει τον λόγο με την έκφραση και
ανοίγει έναν δρόμο επικοινωνίας για όλους.
Θα μιλήσω για άλλον ένα υπέροχο
άνθρωπο, τη Νένα Σύψα, η οποία το ερμήνευσε με έναν μοναδικό τρόπο και ο
Γιάννης Κριδεράς έκανε την ενορχήστρωση.
Το τραγούδι υπάρχει στο
YouTube, υπάρχει και μέσα από QR code στο παραμύθι, ώστε όποιος θέλει να μπορεί
όχι μόνο να το ακούσει, αλλά και να το δει… και να το “νιώσει” μέσα από τη
νοηματική.






