02 Οκτωβρίου, 2026

"Η ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΛΟΥΖΗ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΝΘΟ ΓΙΟΥΡΤΖΟΓΛΟΥ ΣΤΙΣ ~ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΜΕΡΕΣ~ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΗΣ ΣΕΖΟΝ 2026"

 



1.Πώς συνδέεται το καλοκαίρι κατεξοχήν εποχή εξωστρέφειας και χαράς με τη « σκληρή μελαγχολία» του τίτλου; Είναι ο Αύγουστος τελικά μια εποχή αποκάλυψης ή αναγκαίου απολογισμού;

Θεωρώ πως το καλοκαίρι γενικά –και ιδιαίτερα ο Αύγουστος- δεν έχει καμία «επιείκεια». Όλα βιώνονται έντονα και από τους παραθεριστές, οι οποίοι τρέχουν να κάνουν στις διακοπές όσα δεν κάνουν τον χειμώνα και από τους παραμένοντες στην πόλη, οι οποίοι και αφορούν το βιβλίο. Στην περίπτωση των δεύτερων, όλα μοιάζουν να είναι κόντρα. Δεν υπάρχει ουσιαστικά τίποτα να περιμένουν μέσα σε μια άδεια πόλη, νοιώθουν μοναξιά, απομόνωση, έλλειψη κινήτρου και αυτό μοιραία τους οδηγεί σε προσωπικούς απολογισμούς, οι οποίοι ως επί το πλείστον καταλήγει σε διαφόρων ειδών αποτυχίες. Οι ήρωες της «Σκληρής μελαγχολίας του θέρους» περιφέρονται «ψάχνοντας στα σκοτάδια μήπως κάτι και συμβεί», όπως λέει και το γνωστό άσμα. Κι αυτό τους σπρώχνει πολλές φορές στα άκρα. Σε γενικές γραμμές και πάντα μιλώντας προσωπικά, ο Αύγουστος στην πόλη πάντα με έφερνε αντιμέτωπο με διάφορους «απολογισμούς». Και αυτούς θέλησα να αποτυπώσω με κάποιο τρόπο σε αυτό το βιβλίο. Είμαι εγώ αυτός που περιφέρεται τελικά.

 2. Στις ιστορίες σας, το σκηνικό συχνά τοποθετείται μέσα στο καλοκαίρι. Πώς λειτουργεί το φυσικό περιβάλλον ως καθρέφτης των εσωτερικών τοπίων των ηρώων σας;

 Το φυσικό περιβάλλον αυτού του βιβλίου είναι η πόλη και ο Αύγουστος. Ουσιαστικά αυτοί οι δυο είναι οι ήρωες. Και ο συνδυασμός τους εδώ, δεν είναι τόσο εύκολος, δεν «κολλάει» καλά. Μέσα σε αυτό λοιπόν, οι άνθρωποι σε αυτές τις ιστορίες παλεύουν να ισορροπήσουν, να αντέξουν η και να συρθούν προς την καταστροφή. Όντας μακριά από τις παραλίες, την θέα του απέραντου γαλάζιου και της φύσης, όντας μακριά από τις χαρές και τις προσδοκίες των διακοπών, δίνουν τη μάχη τους να αναπνεύσουν μέσα στο τσιμέντο. Γι’ αυτό και το μέσα τους τοπίο είναι πολλές φορές το ίδιο «γκρίζο» με το χρώμα του τσιμέντου.

3. Αυτό είναι το τρίτο σας βιβλίο. Νιώθετε ότι η γραφή σας έχει μετατοπιστεί ή ωριμάσει θεματικά σε σχέση με τα προηγούμενα έργα σας;

Ειλικρινά δεν ξέρω τι να σας απαντήσω σε αυτή την ερώτηση καθότι δεν θεωρώ καν τον εαυτό μου συγγραφέα. Γράφω κι εκδίδομαι γιατί πονάω και όταν φουσκώνει ο ποταμός μέσα μου πρέπει να εκβάλει. Αυτό ξέρω μονάχα. Η θεματική των ιστοριών μου βασίζεται μέχρι τώρα σε μεγάλο βαθμό σε αληθινά γεγονότα που έχω βιώσει προσωπικά, που τα «αλίευσα» από διηγήσεις άλλων, που τα διάβασα κάπου. Αυτό συμβαίνει και στο «θέρος» όπου οι δέκα από τις δώδεκα ιστορίες πατάνε πάνω σε κάποιο μικρό η μεγαλύτερο αληθινό γεγονός. Κεντρικοί άξονες είναι ο έρωτας και ο θάνατος. Καμία «πρωτοτυπία» δηλαδή. Με ενδιαφέρει οι ήρωες μου να «τεντώνουν» τα όρια τους μέχρι εκεί που δεν πάει.



4. Η μελαγχολία στα κείμενά σας μοιάζει περισσότερο με αδιέξοδο ή με μια ήρεμη δύναμη που βοηθάει τους ανθρώπους να αντικρίσουν την αλήθειά τους;

Νομίζω και τα δυο συμβαίνουν. Υπάρχουν κάποιοι που έχουν παραδεχτεί την ήττα τους και έτσι καταφέρνουν να  αντιμετωπίσουν τα πράγματα με ηρεμία και με μια λεπτή ειρωνεία απέναντι στον εαυτό τους και την ίδια την ζωή. «Γλεντούν τα αδιέξοδα τους» όπως έλεγε κι ο Νικόλας Άσιμος. Οι υπόλοιποι, δεν έχουν την δύναμη να τα διαχειριστούν και κάνουν ζημιά. Στον εαυτό τους και στους ανθρώπους τους. Κάπως έτσι δε συμβαίνει και στην πραγματική ζωή; Σε γενικές γραμμές, δεν γράφω με στόχο να αναδείξω κάτι και η όποια μελαγχολία ή ειρωνεία ή οτιδήποτε άλλο,  προκύπτει στην πορεία των ιστοριών, κατά την συγγραφή τους.

5. Αλήθεια εσείς γιατί γράφετε και πότε ξεκίνησε το μικρόβιο της γραφής;

 Από παιδί έγραφα, σημείωνα, ψιλοπράγματα. Στην εφηβεία μου είχα ήδη αποφασίσει να γίνω δημοσιογράφος, στην έκθεση το είχα καλά. Δημοσιογράφος τελικά έγινα, αλλά ευτυχώς έφυγα από τον χώρο σχετικά νωρίς. Άρχισα να γράφω τον χειμώνα του 1999 στον στρατό κι αυτό που μου άρεσε κι εξακολουθεί να μου αρέσει πολύ, είναι αυτό το συναίσθημα που νοιώθω όταν τελειώνω μια ιστορία, η ένα ποιηματάκι. Αυτή η παράξενη χαρά. Έκτοτε, αφήνω το πράγμα να κυλάει μόνο του. Εξάλλου, όπως έλεγε κι ο Μπουκόφσκι, «το πρώτο πράγμα που πετυχαίνει η γραφή, είναι να σώσει το τομάρι αυτού που γράφει». Κι έχει τόσο δίκιο…

6. Ποια είναι τα μελλοντικά σχέδια σας;

Ήδη βρίσκομαι –χωρίς καμία βιασύνη- στο επόμενο βιβλίο. Πάλι διηγήματα, πάλι Αύγουστος, αλλά αυτή τη φορά οι ιστορίες θα εκτυλίσσονται σε νησί. Έχουν γραφτεί ήδη έξι ιστορίες και «ψάχνω» και για άλλες. Παράλληλα, θέλω να καταπιαστώ και με μια νουβέλα που έχω αφήσει στη μέση και με παιδεύει χρόνια για έναν Αύγουστο με τρεις αληθινές ιστορίες που συνέβησαν στην Ικαρία. Όπως βλέπετε, τριγυρνώ γύρω από τον Αύγουστο. Με κυνηγάει.

7. Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου υπάρχει ένα προτεινόμενο soundtrack για τους αναγνώστες. Θέλετε να μας πείτε κάτι γι’ αυτό;

Η μουσική κι ο κινηματογράφος με καθορίζουν από μικρό παιδί. Όπως λοιπόν, το βιβλίο αυτό είναι ουσιαστικά ένας φόρος τιμής στις ελληνικές ταινίες που έχουν θέμα τον Αύγουστο στην πόλη («Οι Απέναντι», «Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου», «Φτηνά Τσιγάρα», «Δυο Φεγγάρια τον Αύγουστο», «Δεκαπενταύγουστος», «Τσιου»), έτσι και στην τελευταία σελίδα του «Θέρους» προτείνω στον αναγνώστη 12 + 2 κομμάτια για να φτιάξει ένα soundtrack ανάγνωσης. Πρόκειται κυρίως για μουσικές ελληνικών σχημάτων τζαζ και δημιουργικής μουσικής, τους οποίους επίσης ήθελα να τιμήσω γιατί αποτελούν μια πολύτιμη οικογένεια για μένα τα τελευταία 15 χρόνια. Και αν μπορέσω να τους συστήσω και σε κάποιον κόσμο που δεν τους γνωρίζει, ακόμη καλύτερα. Έπρεπε να το έχω κάνει και στα προηγούμενα δυο βιβλία, αλλά δεν πειράζει. Θα το κάνω σίγουρα στα επόμενα.

 

 

~Ευφροσύνη Λούζη~

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

"Η ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΛΟΥΖΗ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΝΘΟ ΓΙΟΥΡΤΖΟΓΛΟΥ ΣΤΙΣ ~ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΜΕΡΕΣ~ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΗΣ ΣΕΖΟΝ 2026"

  1.Πώς συνδέεται το καλοκαίρι κατεξοχήν εποχή εξωστρέφειας και χαράς με τη « σκληρή μελαγχολία» του τίτλου; Είναι ο Αύγουστος τελικά μια επ...